Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Το επόμενο πάντα καλοκαίρι

Οταν ήταν μικρός, είχε διαβάσει μια ποιητική συλλογή “ο βυθός της γκαζόζας”. Του άρεσε η γκαζόζα. Του αρέσει ο βυθός. Η καλύτερη στιγμή της ημέρας, η κορύφωση, όταν έπιανε πάτο. Στο βυθό. Από το παρελθόν της γκαζόζας στον παρόντα βυθό του, κατάλαβε πως δεν είχε καταλάβει τίποτε από την ποίηση, ποτέ.
Η χειρότερη στιγμή της ημέρας, το ναδίρ, όταν προσπαθούσε να ξεκολλήσει, να ξεφύγει από τον πάτο, να αφήσει τον βυθό για να βγει στην επιφάνεια. Ηταν μια άνιση μάχη, κοπιαστική, εκ προοιμίου χαμένη. Προτιμούσε χωρίς ανάσα, χωρίς ζωή, να κείτεται απόκοσμο κήτος στο βυθό, μέσα στα περιττώματά του, στα χειρότερα χαρακτηριστικά του, σε ό,τι πιο σκοτεινό σκέφτηκε και πόθησε ποτέ, δήθεν φοβισμένος από το φως, δήθεν λυγίζοντας από το βάρος, δήθεν αποκαρδιωμένος από τα εμπόδια, δήθεν αποκαμωμένος να πάει κόντρα στο ρεύμα.
Είχε την αυταρέσκεια του παραιτημένου, την αλαζονεία του ηττημένου.
Ηταν μια παράξενη ηδονή, να βρίσκεται εκεί στον πάτο. Η επίγνωση ότι είναι κατακάθι τού προκαλούσε έκσταση.
Ευτυχώς το ήξερε μόνον αυτός. Ηταν μόνος του στον πάτο. Τα νερά θολά, το βάθος μεγάλο, έκρυβαν την αθλιότητά του απ' τους τρίτους, που καμιά φορά κοιτάζαν να δουν τι κάνει εκεί στον πάτο.
Σποραδικά, σαν μηνύματα μέσα σε μπουκάλια, στην αντίληψή του πέφτανε γράμματα φανατικών φανταστικών αναγνωστών, θυμωμένα, παρακλητικά, υβριστικά, γιατί σταμάτησε να γράφει, τι έγινε στη συνέχεια, αντε γαμήσου ρε συ, πάνω στο καλύτερο μας έκοψες, συσσωρεύονταν στο γραμματοκιβώτιό του, στην πραγματικότητα επρόκειτο για λογαριασμούς, διαφημιστικά έντυπα και θυροκολλημένα εξώδικα.
Είχε πιάσει πάτο. Κι ήταν η καλύτερη περίοδος της ζωής του. Και η χειρότερη συνάμα. Είχε πιάσει πάτο, τον είχε αγκαλιάσει, είχε ερεθιστεί, είχε καβλώσει και τελειώσει εκεί στον πάτο.
Είχε ένα χρόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Χωρίς τον καθρέφτη, πώς να γράψει; Δεν έβγαινε από το σπίτι πια, απ' τον βυθό του. Ούτε βόλτες με τα μάτια κλειστα, δεμένα με μαντίλι, ούτε συγκρουόμενα με τους περαστικούς.
Η γενιάδα του είχε μακρύνει, οικοσύστημα με δική του πανίδα και χλωρίδα. Βρύα, φύκια και λειχήνες, ένας ιστός αράχνης που παγίδευε τα έντομα που είχαν στήσει πάρτυ στο κορμί του. Ό,τι ξέφευγε της αράχνης, το έτρωγε αυτός.
Τα μαλλιά του πέσανε τελείως. Φυτρώσανε στο πάτωμα και πάνω τους χιονισμένα βουνά σκόνης, σαν πιτυρίδα.
Ξεχνούσε. Και δεν ένιωθε πια την ανάγκη να θυμάται. Δεν ήθελε να είναι συνεπής στην ιστορία, στα γεγονότα, που άλλωστε δεν συνέβησαν ποτέ, ούτε έψαχνε να βρει λύσεις και απαντήσεις σε τόσα ερωτήματα, δικά του και φανταστικών αναγνωστών: Τι απέγινε η Τζοάνα, η ατζέντισσά του με τη βραχνή φωνή που τον αγαπούσε; Ο ψυχίατρος που του χορηγούσε ψυχοφάρμακα με το κιλό; Ο καπιεσμένος φαρμακοποιός; Κι ο πρώην ταμίας δημοσίου που τα παράτησε όλα για να πάει να γίνει σίριαλ κίλερ και εξολοθρευτής της ανθρωπότητας;
Ενα χρόνο μετά, η ανθρωπότητα υπήρχε ακόμη.
Μόνον οι ήρωες του Μανώλη κινδύνευαν με εξαφάνιση.
Ο Μανώλης ο ίδιος, κληρονόμος του απαστράπτοντος κόσμου, πειραματικό πρότζεκτ με φιλοδοξίες, κίνδυνευε με αφανισμό, με αυτοεξόντωση.
Ειχαν μαζέψει τη σκόνη του χρόνου. Είχαν πέσει σε λήθαργο, σε λήθη, σαν ηλίθιοι.
Η μπαλαρίνα, που του 'χε πει κοιμήσου, τον ξύπνησε. Γράψε κάτι, του είπε. Κι εδώ τελείωσε ο ρόλος της στην ιστορία. Μπορεί κι όχι.
Αλλωστε ο Μανώλης δεν ξέρει τι θα γίνει μετά.
Ούτε τι γίνεται τώρα.
Δεν ξέρει να σου πει τι μεσολάβησε αυτόν τον ένα χρόνο.
Που τον πέρασε στο βυθό, έχοντας πιάσει πάτο.
Επρεπε αυτή τη φορά, να μείνει στην επιφάνεια. Μαζί με τ' άλλα σκατά και τους φελλούς και τα σκουπίδια, όχι σαν τον κρυμμένο χαμένο θησαυρό να περιμένει να ανακαλυφθεί στον πάτο, στο βυθό της γκαζόζας, του μπουκαλιού, του βάλτου, του ωκεανού, του υπονόμου, όπου σκατά βρισκόταν τέλος πάντων.
Επρεπε πάση θυσία να επιπλεύσει.
Εβαλε μπρατσάκια, φόρεσε σωσίβιο, βατραχοπέδιλα, μάσκα και αναπνευστήρα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, κι ο καθρέφτης ξέσπασε στα γέλια.
Πώς είσαι έτσι ρε μαλάκα Μανώλη;
Δεν απάντησε.
Βούτηξε. 
Σκατά.
Επέπλεε. Αλλά δεν αρκεί να επιπλέεις, πρέπει και να κολυμπάς, δεν αρκεί να γράφεις, πρέπει κάτι να έχεις να πεις, δεν αρκεί να νιώθεις, πρέπει να έχεις και μια ιστορία να πεις, λίγη δράση, κάνα πιστολίδι, έρωτα, σεξ, πολιτική, επανάσταση, μελαγχολικούς ντετέκτιβ, αμετανόητους επαναστάτες, μοιραίες γυναίκες, γοητευτικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες. Χαρακτήρες και πλοκή. Διαφορετικά, δίνεις τα μπρατσάκια στον πρώτο τυχόντα σφίχτη, τρυπάς το σωσίβιο, χαρίζεις τη μάσκα σε διαδηλωτή να προφυλάσσεται από τα δακρυγόνα, τον αναπνευστήρα τον κάνεις δωρεά σε ελληνικό δημόσιο νοσοκομείο, απ' αυτά με τις ελλείψεις, και τα βατραχοπέδιλα τα ψήνεις στα κάρβουνα.
Και επιστρέφεις στον βυθό, ξαναπιάνεις πάτο. 
Σαν στο σπίτι σου, Μανώλη, καλώς ήλθες, σε υποδέχεται εκεί η θλίψη και σε σφιχταγκαλιάζει πάλι.

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Κι άλλος ανέκδοτος Μανώλης


Χωρίς κανόνες στη γλώσσα,
μόνο συνέπεια στη χρήση,
κι αυτό ειναι στάση πολιτική.
Μικρα σύμπαντα,
νησίδες
(κλίκες)
ελευθερίας.
Γκάζι στο πορτοκαλί φανάρι,
στην έρημο της αγοράς
όαση τα γυναικεία σορτσάκια
κι ο Νικ Κέηβ της εθνικής αμύνης.
Χέρια που κρατουν άλλα χέρια,
φιλόξενες μπάρες,
ξέχειλα απογευματινά ουίσκι.
Μα κανείς απο τους συμπότες που προτιμάω
δεν ειναι πια εδώ,
ούτε εκεί που λέω να παω.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Ένα ερείπιο

Την ημέρα εκείνη ο Μανώλης, παρόλα του τα χάλια, έκανε την έκπληξη, δεν έπεσε πάνω σε τοίχο αλλά πάνω σ’ ένα ερείπιο, γνωστό του από παλιά, από τα χρόνια της δουλειάς, ετοιμόρροπο, που σύγκορμο έτρεμε και απέφευγε να τον κοιτάξει στα μάτια - με τ' αστεία του έκλαιγε μοναχό και με το δράμα του μοναχό του επίσης γελούσε - κι όσο να φάει μια τυρόπιτα ο Μανώλης, που την ημέρα εκείνη δεν φορούσε ούτε μαντίλι στα μάτια ούτε ωτοασπίδες στ’ αυτιά, ούτε έψαχνε τοίχο για να συγκρουστεί, παρά μόνον κάποιον περισσότερο από τον εαυτό του να λυπηθεί, ήταν δηλαδή μια ευτυχής σύμπτωση και για τους δυο, το ερείπιο του τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι, αντάλλαξαν και αντικαταθλιπτικές συνταγές για χάπια και σαν να αναστηλώθηκε λίγο, ο δε Μανώλης χάρηκε τόσο πολύ που βρήκε κάποιον πιο κατεστραμμένο από τον ίδιο, που πήρε να κοιτάζει φωτογραφίες τοίχων που είχε στο παρελθόν ερωτευτεί. Και τους δρόμους πήρε αναζητώντας τους για να συγκρουστεί.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Μικρό της αλληλεγγύης

Είχε τα χάλια του ο Μανώλης. Μετά τις συγκρούσεις με τοίχους, καθρέφτες και μπασκίνες, δολοφονημένος τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης, μέχρι που έπεσε πάνω σ' έναν γνωστό του από το κίνημα. 
- Μανώλη, τι κάνεις;
Χειραψία. Το χέρι του Μανώλη γεμάτο πληγές και αίματα. Δεν το πρόσεξε ο άλλος.
- Τι να κάνω ρε συ, δεν βλέπεις τα μούτρα μου; Τα χάλια μου έχω...
- Καλά σε βλέπω, μια χαρά, μπαγάσα, μαύρισες κιόλας, πήγες στη θάλασσα ρε; Αλλά σε χάσαμε, δεν έρχεσαι απ' τα μέρη μας πια. Μας ξέχασες στα δύσκολα, τώρα που έχουμε μεγάλη ανάγκη.
Ενιωσε άσχημα ο Μανώλης. Είχε δίκιο ο άλλος. Δαγκώθηκε.
- Δίκιο έχεις, να με συγχωρείς για την απουσία μου. Αλλά, να, ξέρεις, είχα και κάτι δικα μου προβληματάκια, ψυχολογικά, οικονομικά, πριν από λίγο με δολοφόνησαν οι μπάτσοι...
Ο άλλος δεν έκατσε ν' ακούσει. Ηταν ήδη φευγάτος.
- Λοιπόν, λοιπόν, χάρηκα που σ' είδα και μην ξεχνάς, σε περιμένουμε, Μανώλη! Εχουμε κάτι προβληματάκια, θέλουμε μας βοηθήσεις.
Και παράτησε τον Μανώλη, δολοφονημένο, στα κρύα του λουτρού.

Αν βλέπεις τοίχο, διάβαινε

Η πρώτη φορά είχε πονέσει, ήταν πραγματικά οδυνηρή. Και του είχε έρθει ξαφνικά, σαν είδε τον τοίχο, στάθηκε διστακτικά μπροστά του, τον κοίταξε κάμποση ώρα, έκανε κάποια βήματα πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα, πήρε και φόρα, κι έπεσε με τα μούτρα πάνω του.
Εκτοτε, ο Μανώλης αγάπησε με πάθος τους τοίχους. Ερωτευόταν κάθε τοίχο που τύχαινε στο διάβα του. Και δεν προσπαθούσε να τους αποφύγει, να τους ξεπεράσει, όχι: ήθελε να γίνει ένα με τον τοίχο, να ενωθούν σάρκα, κόκκαλα, τσιμέντο, μπογιά και τούβλο, ο πόθος του να συναντά την άρνηση και την απόρριψη, όσο πιο ψηλός και πιο επιβλητικός ο τοίχος, τόση μεγαλύτερη η φόρα με την οποία έπεφτε πάνω του. Φυσικά, έσπαζε τα μούτρα του κάθε φορά. Και κάθε φορά, μετά την πρόσκρουση, συναίσθημα το οποίο λάτρευε, ο Μανώλης μετρούσε τις πληγές του με το είδωλό του στον καθρέφτη.
Σταδιακά, υπήρξαν και πιο ελαφριές περιπτώσεις, "τοιχαία" φλερτ, όπου αντί να πέσει με τα μούτρα ο Μανωλης απλώς κλωτούσε ή χτυπούσε με τις γροθές του τον τοίχο. Σπασμένα χέρια, πόδια, δάχτυλα. Μικρά ερωτικά τρόπαια, αναμνήσεις της ντόλτσε βίτα, ενός κατά φαντασίαν τοιχονόβα.
Μια μέρα επιθεωρώντας τις πληγές του με το είδωλό του στον καθρέφτη, αποφάσισε πως θέλει να βλέπει τον εαυτό του τη στιγμή της πρόσκρουσης, όπως άλλοι θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους τη στιγμή που κάνουν σεξ. Αρχισε να παίρνει φόρα και να πέφτει πάνω στους καθρέφτες, σε καταστήματα ρούχων, σε μπαρ, σε βιτρίνες, ακόμη και στα γυαλιά-καθρέφτη που φορούσε μια γκόμενα στην Ικτίνου τις προάλλες, ακόμη και μες στα ασανσέρ. Απολάμβανε να βλέπει τον εαυτό του να γίνεται χίλια κομμάτια όσα και τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη.
Ο ψυχίατρός του τού επέστησε την προσοχή και του αύξησε τη δοσολογία στα χάπια. Η ατζέντισσά του η Τζοάνα ανησυχούσε για την υγεία του και τα βράδια έπινε ακόμη περισσότερο από ό,τι συνήθως και τον αγαπούσε ακόμη πιο κρυφά ακόμη πιο πολύ. Μόνο ο φαρμακοποιός τον ζήλευε λίγο γιατί πάνω στον γύψο από τα σπασμένα του μέλη ο Μανώλης έγραφε στιχάκια, συνθήματα, σχεδίαζε, μουτζούρωνε, κάτι που στον φαρμακοποιό οι καταπιεστικοί γονείς του ουδέποτε επέτρεψαν.
Μια μέρα, που ήταν κάπως καλύτερα και τα φάρμακα είχαν αρχίσει να κάνουν τη δουλειά τους, ο Μανώλης, παίζοντας συγκρουόμενα σε μια ψησταριά με κάτι σκουλίκια νεοφιλελέδες, έμαθε για το elevator pitch, την τέχνη της πειθούς και των πωλήσεων σε χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στην παραμονή εντός ενός ασανσέρ.
Αποφάσισε ότι αυτό θα μπορούσε να τον σώσει.
Αρχισε να παραμονεύει έξω από τ’ ασανσέρ, και μόλις έμπαινε κόσμος, προσπαθούσε να τους πουλήσει τον εαυτό του, ν’ εξαγοράσει τη φιλία τους. Είμαι καλός, έξυπνος και μορφωμένος, δεν χαλάω χατίρια, γελάω όταν πρέπει, μιλάω όσο πρέπει, ακούω όσο πρέπει και κάνω τις σωστές ερωτήσεις μόνο όταν πρέπει, τυχαίνει να είμαι πολύ μόνος, δεν είμαι και πολύ καλά ψυχολογικά, αλλά το παλεύω, θέλεις να με βοηθήσεις, θέλεις να γίνουμε φίλοι; Τα έλεγε σαν πολυβόλο σε γραβατωμένους, σε χίπστερ, σε γκόμενες, μεσήλικες, νέους, γριές, σε όποιον έβρισκε μπροστά του. Κάποιοι τον κοιτούσαν σαν τρελό (πράγμα που ήταν άλλωστε), άλλοι τον βρίζαν, άλλοι τον περιγελούσαν, κάποιοι τρομάξαν, άλλοι τον απείλησαν ότι θα φωνάξουν την αστυνομία, μέχρι που κάποιος όντως τη φώναξε, και σκάσανε δυο μπάτσοι και βρήκαν τον Μανώλη μες στο ασανσέρ να λέει το ποίημα του στον καθρέφτη, είμαι καλός, είμαι χρυσός, είμαι αστείος, θέλεις είδωλό μου να γίνουμε φίλοι - κι αυτό, παρότι συχνά του μιλούσε, παρέμεινε βουβό, είχε δει τους μπάτσους πίσω απ’ τον Μανώλη και πήρε μια τρομάρα, θυμήθηκε τα παλιά ο Μανώλης, πήρε φόρα και έσκσε με τα μούτρα πάνω στον καθρέφτη, τον πήρανε τα αίματα, μπήκαν μες στο ασανσέρ οι μπάτσοι, πρόλαβε να πατήσει το μπουτόν για την ταράτσα ο Μανώλης κι άρχισε να τους λέει είμαι καλός, είμαι αστείος, έξυπνος πολύ, είμαι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί, χεστήκαν απάνω τους οι μπάτσοι και πυροβολήσαν τον Μανώλη, τον γάζωσαν με σφαίρες και συνεχάρησαν ο ένας τον άλλον για την καλή τους δουλειά και κάνανε και high five και λίγο όινκ και απέμεινε μόνο το είδωλο του Μανώλη σε χιλιάδες κομμάτια σπασμένου καθρέφτη να κοιτά σαν χαζό τη φριχτή δολοφονία.
Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες γράψανε πως αυτοκτόνησε σε ασανσέρ ο Μανώλης, επαγγελματίας τυχοδιώκτης, που ήταν μεγάλο ψέμα, ο Μανώλης, αν ήταν κάτι, ήταν ερασιτέχνης τοιχοδιώκτης, ούτε καν αυτό, δηλαδή, τοιχολάγνος ήταν, αλλά το έκρυβε καλά, μόνον οι πληγές του τον προδίδαν. 
(Μη στεναχωριέσαι όμως, δεν πέθανε πραγματικά, στα ψέματα μόνο. Θα έχει και επόμενο. Μάλλον).

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Μοντέρνος Σίσυφος

Ενα πολύ παλιό ποίημα του Μανώλη,
από τα συζυγικά του χρόνια
 
 
Στου σπιτιού μου την κουζίνα
υπάρχει μια κουρτίνα
στην καλή μου στέκεται σούζα
ελλείψει κουρτινόξυλου στηριγμένη σε βεντούζα
όταν είμαστε τα δυο μας
εγώ και η κουρτίνα στο φτωχικό μας
κάθε που θα της καπνίσει
από τη θέση της θα ξεκολλήσει
την κολλάω, ξαναπέφτει
στον κώλο μου βάζει νέφτι
είναι το μαρτύριο του Σισύφου
αυτό του άχρηστου συζύγου
που αδυνατεί μια και καλή στην κουζίνα
να κολλήσει τη γαμημένη την κουρτίνα

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Είδα τον Μανώλη να τρέχει

Ο φαρμακοποιός έπινε ένα ακόμη ουισκάκι υπό τ’ αποδοκιμαστικά βλέμματα της γυναίκας του και της πεθεράς του, που πίνανε λευκό κρασί η μία και καπουτσίνο με αφρόγαλα η άλλη. Το βλέμμα του γιου του δεν ήταν αποδοκιμαστικό, ήταν θολό και καρφωμένο σε κάτι θυμωμένα πουλιά στην οθόνη του κινητού του.
Ζέστη, άπνοια, πλήρης ακινησία, τραπεζάκια έξω. Αυγουστος στην πόλη. Το ποδοβολητό, ξαφνικό, μακρινό στην αρχή, γρήγορα έφτασε πολύ κοντά τους, εκκωφαντικό. Ο Μανώλης. Ετρεχε με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπό του. Δεν ήταν πρωτοφανές αυτό. Συχνά πυκνά ο Μανώλης έτρεχε να ξεφύγει από αόρατους εχθρούς. Οχι αυτή τη φορά όμως: Πίσω του, ένα λεφούσι μπάτσων. Ετρεχε-έτρεχε ο Μανώλης και από τις τσέπες και από τις χούφτες του πέφταν διαρκώς κέρματα, ασταμάτητα, θαρρείς πως δεν είχαν τελειωμό.
Τι στο διάβολο; δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τη φράση του ο φαρμακοποιός και μπρος ο Μανώλης, πίσω οι διώκτες του, εξαφανίστηκαν.
- Να το πιάσουν, να το πιάσουν το καθίκι.
- Μα γιατί, αγάπη μου; τόλμησε να φέρει αντίρρηση ο φαρμακοποιός.
- Γιατί έτρεχε. Γι’ αυτό. Κι όποιος όταν τον κυνηγάνε τρέχει, πάει να πει ότι είναι ένοχος, κάτι έχει κάνει, επενέβη η πεθερά.
- Μα μητέρα, είναι απλώς ο Μανώλης, τον ξέρετε δα. Ακακος, δεν έχει ποτέ του πειράξει κανέναν.
- Τώρα λες ανοησίες. Είναι ναρκομανής και το ξέρεις.
- Τι ναρκομανής, βρε γυναίκα; Χάπια με συνταγή γιατρού παίρνει ο άνθρωπος. Από μένα τα παίρνει. Το κρασί που πίνεις αυτός το ‘χει πληρωμένο.
Θιγμένες, μάνα και κόρη, σηκωθήκαν. Σηκώσαν και το βλαμμένο. Πάμε, παιδί μου, μια βόλτα στα μαγαζιά. Ν’ αφήσουμε τον πατέρα σου να σκεφτεί καλύτερα κάποια πράγματα και να έρθουμε μετά να δούμε αν επιμένει.
Βρε δεν πάτε στο διάολο; σκέφτηκε ο φαρμακοποιός και παρήγγειλε από την όμορφη γκαρσόνα, την Ιωάννα, (την είχε ρωτήσει μια μέρα στα κρυφά "πες μου το ονοματάκι σου; Ιωάννα; όμορφο σαν κι εσένα" της είχε πει), ένα ακόμη ουισκάκι, το τέταρτο. Μέχρι να γυρίσουν οι τύρρανοί του, θα προλάβαινε να πιει και πέμπτο.
Αναστέναξε και βούλιαξε στην καρέκλα του.
Μα τι κορμί αυτή η Ιωάννα!  
Ξάφνου ένα άλλο κορμί, ανατσούμπαλο και ιδρωμένο, σωριάστηκε στην καρέκλα δίπλα του. Ο Μανώλης.
Τι έγινε, ρε μπαγάσα Μανώλη; Τούς ξέφυγες;
Ο Μανώλης ήπιε με δυο - τρεις γρήγορες γουλιές το ποτό του φαρμακοποιού.
- Πες της όμορφης να μου φέρει ένα ακόμα. Πάρε κι ένα για πάρτη σου. Ούτως ή άλλως δεν έχω λεφτά, εσύ θα το πληρώσεις, μου πέσαν όλα από την τσέπη όπως με κυνηγούσαν οι μπάτσοι.
- Γιατί βρε Μανώλη; Τι τους έκανες; Μη μου πεις ότι έκλεψες κανέναν;
- Θα στα πω. Στάσου, πρέπει να στα πω όπως πρέπει.
Κι έβγαλε από την τσέπη του ένα καθρεφτάκι τόσο δα μικρό, ψιλοραγισμένο, το απίθωσε δίπλα στο ποτήρι του και πήρε να μιλάει ως συνήθως με το είδωλό του.
- Ηταν μια γαβάθα, πολύ μεγάλη, αβαθής, όσο βαθιά κι αν έβαζες το χέρι σου δεν έβρισκες τον πάτο. Γιομάτη κέρματα πολλά, αμέτρητητα, ατέλειωτα. Καθόμουν και την κοίταζα και όλοι όσοι περνούσαν, χώναν το χέρι μέσα στη γαβάθα και παίρνανε κέρματα με τις χούφτες, γιομίζανε τις τσέπες τους, ξανά και ξανά και ξανά. Εγώ, με ξέρεις, δίσταζα, αλλά είπα να το τολμήσω. Γεμισα τις τσέπες μου, και τη στιγμή που γέμιζα και τις χούφτες μου, με πήραν στο κυνήγι οι μπάτσοι, που τόση ώρα παραδίπλα στην κλούβα τους στέκονταν και επιτηρούσαν την ταξη, τρώγανε σουβλάκια και μιλούσαν με την γκόμενα στο κινητό. Με πιάνεις ρε συ; Μόνον εμένα από όλη την κωλοκοινωνία πήραν στον κυνήγι οι κωλόμπατσοι. Ολοι βάλαν το χέρι τους μες στη γαβάθα, όλοι πήραν κέρματα με το σωρό, πάλι ο Μανώλης να την πληρώσει; Ε, τα υπόλοιπα τα είδες.
- Και πώς τούς ξέφυγες, ρε Μανώλη;
- Ε μετά ξύπνησα, ρε μαλάκα, ξύπνησα! Να τους αφήσω να με πιάσουνε στον ύπνο;
Ο φαρμακοποιός μπερδεύτηκε.
- Εφιάλτη έβλεπες, ρε Μανώλη;
- Ναι, ρε φίλε, εφιάλτη. Αλλά εγώ ξύπνησα, σε λέω. Απ’ ό,τι βλέπω όμως -κι ο Μανώλης έγνεψε προς τη γυναίκα, την πεθερά και τον γιο του φαρμακοποιού, που πλησίαζαν- ο δικός σου συνεχίζεται.
(Διακριτικά χασμουρήθηκε η μπαλαρίνα: κάπου τα έχω ξανακούσει όλα αυτά, τίποτε καινούργιο δεν έχεις να μας πεις;)
Στο επόμενο ίσως.